~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
«O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό…». Γκαίτε
Ηλεκτρονική αποστολή της δικής σας φωτογραφίας: arkadikovima@gmail.com
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Η μάνα με τα παιδιά στην αγκαλιά της....

...η σύλληψη της έκφρασης της μάνας με τα παιδιά στην αγκαλιά από τον φωτογράφο έγκειται στον αγώνα αυτής της γυναίκας για την ζωή των παιδιών της αλλά και την αγωνία της...

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Η φωτογραφία της χρονιάς... «Μόνον όποιος είναι φτωχός και ξέρει τι θα πει πείνα ενεργεί µε τόση γενναιοδωρία…Τι θλιßερό που ο άνθρωπος δεν είναι πάντα έτσι»


Πιθανότατα, η φωτογραφία της χρονιάς...
Η συγκεκριμένη εικόνα, συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες να ψηφιστεί ως η φωτογραφία της χρονιάς. Δείχνει μία μητέρα, η οποία από το ένα της στήθος θηλάζει το μικρό της παιδί και από το άλλο, ένα νεογέννητο πιθηκάκι. Στη λεζάντα της, η φωτογραφία η οποία δημοσιεύθηκε στον ινδικό τύπο αναγράφει:
«Μόνον όποιος είναι φτωχός και ξέρει τι θα πει πείνα ενεργεί µε τόση γενναιοδωρία…Τι θλιßερό που ο άνθρωπος δεν είναι πάντα έτσι»

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

Κωνσταντίνος Πίττας: «Με τη φωτογραφία βρήκα νόημα στον κόσμο και τη ζωή μου»


   Σε άσπρο και μαύρο  

Βουκουρέστι, Ρουμανία, 1986
Καταχωνιασμένα επί 25 χρόνια σε μια αποθήκη και ξεχασμένα κι από τον ίδιο τους τον δημιουργό, τον αυτοδίδακτο φωτογράφο Κωνσταντίνο Πίττα, τα αρνητικά των ανθρωποκεντρικών φωτογραφιών, που είχε τραβήξει στη διάρκεια 5 χρόνων πολύμηνων ταξιδιών σε χώρες της ανατολικής και της δυτικής Ευρώπης ανάμεσα στο 1985 και το 1989, άρχισαν να βλέπουν ξανά το φως της μέρας, ως φωτογραφίες πλέον, από το 2014. 95 από αυτές κυκλοφόρησαν το Δεκέμβριο του 2015 σε ένα εξαιρετικά καλαίσθητο ασπρόμαυρο λεύκωμα, ιδιαίτερης αισθητικής και ιστορικής αξίας, με τίτλο Εικόνες μιας άλλης Ευρώπης. Με αυτήν την αφορμή, συναντηθήκαμε με τον φωτογράφο.
Πώς ξεκίνησε όλη αυτή η διαδρομή στο χώρο και μετά στη φωτογραφία;
Από την εφηβεία, και μέσα από τη μουσική και τη λογοτεχνία του Κάφκα, κυρίως, είχα στο μυαλό μου μια κεντρική Ευρώπη οικεία. Η Ελλάδα δε μου αρέσε καθόλου, «πνιγόμουν» εδώ, ενώ τα Βαλκάνια με «πλάκωναν». Άρχισα, λοιπόν, από 20 χρονών να ταξιδεύω, πάντα προς κεντρική και βόρεια Ευρώπη. Η πρώτη συγκλονιστική εντύπωση υπήρξε η διαίρεση της Ευρώπης. Η εικόνα του εγκλεισμού των ανθρώπων του πρώην ανατολικού μπλοκ ήταν πολύ έντονη. Μετά από λίγο, ωστόσο, το πολιτικό σύστημα έπαψε να με απασχολεί. Άλλωστε, δεν είχα πάει εκεί για να καταγγείλω το καθεστώς, με το οποίο φυσικά δε συμφωνούσα. Εκτός από την Ουγγαρία και την Πολωνία, όπου τα πράγματα ήταν καλούτσικα, στην Ανατολική Γερμανία και την Τσεχοσλοβακία υπήρχε φόβος. Στη Ρουμανία εξαθλίωση, ουρές για φαγητό, έλλειψη κεντρικής θέρμανσης. «Δεν μπορεί να πάλεψα γι’ αυτό το πράγμα, δεν ήταν αυτό το ιδανικό μου», έλεγα στον εαυτό μου. Γιατί κι εγώ αριστερός ήμουν. Όλοι, όταν τελειώσαμε ένα Πολυτεχνείο μετά την πτώση της Χούντας, ήμασταν αριστεροί. Για να το θέσω λίγο σχηματικά, η Ρουμανία ήταν μια χώρα που επισκεπτόσουν κομμουνιστής κι έφευγες από αυτήν δεξιός.
Δυτικό Βερολίνο, Γερμανία, 1987
Δυτικό Βερολίνο, Γερμανία, 1987
Ταξιδεύοντας ταυτόχρονα και στη Δυτική Ευρώπη εντόπιζα ανθρώπους μοναχικούς, φτωχούς- έβλεπα πια τον άνθρωπο και μόνο. Κάθε χρόνο, έφευγα με το αυτοκίνητο 5-6 μήνες την άνοιξη και επέστρεφα τον Οκτώβριο που μίκραιναν οι μέρες κι έκανε και κρύο. Το χειμώνα έκανα κάποια δουλειά για να βρω λεφτά και την άνοιξη ξανάφευγα. Αυτή ηταν η ζωή μου για 5 χρόνια. Δεν είχα λεφτά και για το φιλμ, που ήταν το μεγαλύτερο έξοδο, γι’ αυτό και δε φωτογράφιζα συνέχεια. Αυτό μου έκανε καλό, γιατί ασκήθηκα στο να βλέπω εικόνες, να φωτογραφίζω χωρίς φιλμ, γεγονός που με κρατούσε σε διαρκή εγρήγορση. Έτσι έγινα, στην ουσία, φωτογράφος. Σήμερα τραβάς το οτιδηποτε χωρίς να προβείς σε διαλογή, πρόκειται για φωτογραφίες που δεν είδες καν στο πεδίο. Είναι σαν συλλογή πεταλούδων, δηλαδή κάτι νεκρό.
Στο παρελθόν είχατε παρακολουθήσει κάποια μαθήματα φωτογραφίας;
Όχι, ποτέ. Ήμουν ένας κλασικός απόφοιτος Πολυτεχνείου, πολιτικός μηχανικός, που δεν του άρεσε η δουλειά του. Το ’84, οπότε είχα αρχίσει να δουλεύω ως μηχανικός, περνούσα μια κρίση, διερωτώμενος τι σχέση έχω εγώ με αυτό το επάγγελμα. Αγόρασα, λοιπόν, μια μηχανούλα τσέπης. Την πρώτη μου φωτογραφία, όπου διακρίνονταν δυο άνθρωποι ανάμεσα στις κολώνες, την τράβηξα στο ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο. Από εκείνη τη στιγμή, συνειδητοποίησα ότι δεν είμαι για τις κολώνες, αλλά για τους ανθρώπους. Ξαφνικά, με τη φωτογραφία βρήκα νόημα στον κόσμο και τη ζωή μου. Το Μάρτιο του ’84, φωτογράφισα έναν κύριο στο Ζάππειο με ένα γατάκι στην αγκαλιά, ήταν η δεύτερη φωτογραφία. Μια τρίτη, απεικονίζει δυο ηλικιωμένες με μια γάτα. Ό,τι έκανα κατόπιν ήταν παραλλαγή αυτής της φωτογραφίας. Κι αυτό που παράγεται από τέτοιες φωτογραφίες υπερβαίνει την πραγματικότητα και γίνεται κάτι πολύ ενδιαφέρον.
Σίγουρα πολύ πιο ποιητικό.
Να πω την αλήθεια, το ποιητικό ή η φωτοδημοσιογραφία δε με ενδιέφεραν ποτέ. Μια φωτογραφία είναι καλή, αν μπορεί να σου πει κάτι για τη μοίρα του ανθρώπου. Το ανθρώπινο πρόσωπο είναι ανεξερεύνητο «τοπίο», αρκεί να βρεθεί κάποιος να το δει με το έσω βλέμμα. Αν «σκάψεις» στο βάθος, θα ανακαλύψεις ένα «ορυχείο» στο πρόσωπο του ανθρώπου.
Επικοινωνούσατε ποτέ με αυτούς τους ανθρώπους, πριν ή μετά τη φωτογραφία;
Στο 95-97% των περιπτώσεων όχι. Δε με ενδιέφερε κιόλας, με ενδιέφερε η εικόνα, κι αυτή σου δίνεται για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, μετά έχει χαθεί μαζί με τον άνθρωπο. Εκείνη τη στιγμή διαισθητικά αντιλαμβάνεσαι αν έχεις φωτογραφίσει κάτι σημαντικό ή όχι. Δεν έχω «στήσει» ποτέ φωτογραφία.
Το ασπρόμαυρο ήταν επιλογή λόγω ματιάς ή και για πρακτικούς λόγους;
Είναι ζήτημα ματιάς, αλλά υπήρχε και η οικονομική παράμετρος. Το μόνο προσιτό φιλμ εκείνη την εποχή ήταν το ασπρόμαυρο και ήταν κάτι το χειροποίητο. Αγόραζα 30άρια φιλμ, τα έκοβα κομμάτια, τα φόρτωνα σε καρουλάκια, τραβούσα και μετά τα εμφάνιζα μόνος μου και τα τύπωνα. Είχα περίπου 150 φιλμ για κάθε ταξίδι κι είχα διαιρέσει τις πόζες ανά ώρα.
Duisburg, Γερμανία, 1987
Duisburg, Γερμανία, 1987
Απο όλα αυτά τα ταξίδια, ποιες είναι οι πιο έντονες αναμνήσεις σας- κι όχι μόνο φωτογραφικά;
Όλες οι χώρες ήταν ενδιαφέρουσες. Μου άρεσαν οι λίγο αποστειρωμένες πόλεις της Δυτικής Γερμανίας, οι περιθωριοποιημένοι και οι φτωχοί της, αλλά και οι απλοί άνθρωποι, που δεν ήταν στο περιθώριο. Η Ρουμανία υπήρξε συγκλονιστική εμπειρία, για τους λόγους που ήδη ανέφερα. Η Πράγα είχε ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, μια αίσθηση του εγκλεισμού πολύ πιο έντονη απ’ ό,τι αλλού- έβλεπες στα μάτια των ηλικιωμένων την ανάμνηση μιας διαφορετικής Αυστρο-Ουγγαρίας.
Πώς σας αντιμετώπιζαν;
Δεν ήταν πολύ εύκολο αυτό. Αυτό που με έσωζε είναι πως όλα γίνονταν με μια πολύ μικρή κάμερα κι ήμουν πολύ νέος. Με έβλεπαν, υπήρχε παντού αστυνόμευση, ειδικά στην Ανατολική Γερμανία και την Τσεχοσλοβακία. Προσπαθούσα να μη δίνω στόχο. Βέβαια, πέρασα πολλά. Με έπιασαν σε 2 χώρες, μου κατάσχεσαν τραβηγμένα φιλμ, γνώρισα και τα κρατητήρια. Με έσωζε και ότι προερχόμουν από ασήμαντη χώρα.
Πράγα, Τσεχοσλοβακία, 1986
Πράγα, Τσεχοσλοβακία, 1986
Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου θεωρήσατε ότι δεν είχε νόημα να συνεχίσετε;
Το αφελές νεανικό μου σχέδιο ήταν φωτογραφίσω ανθρώπους σε όλες τις χώρες, ανατολικής και δυτικής Ευρώπης, και να τους παρουσιάσω σε ένα βιβλίο, όπου η Ευρώπη θα φαινόταν ενωμένη. Όταν έπεσε το τείχος, σκέφτηκα: «Τι στην ευχή έκανα τόσα χρόνια; Έπεσε το τείχος και δε με ρώτησε!». Εκείνες τις στιγμές ένιωθες την ιστορία να γράφεται μπροστά σου. Βέβαια, είχα κουραστεί πάρα πολύ, κι όλα αυτά τα πρόσωπα ήταν σαν να τα «κουβαλούσα» στην πλάτη μου- και δε σήκωνε άλλο η πλάτη μου. Γύρισα, λοιπόν, στην Ελλάδα, όπου ένιωθα πως δεν είχα θέση πουθενά. Οι δε φωτογραφίες μου ούτε στη φωτοδημοσιογραφία συγκαταλέγονταν, ούτε ήταν καλλιτεχνικές. Επιπλέον, δεν «κολλούσαν» με το είδος των φωτογραφιών που προορίζονται να κρεμαστούν στις γκαλερί, αλλά ούτε και με την αναδυόμενη εννοιακή φωτογραφία. Εξάλλου, δε με ενδιέφερε να κάνω καριέρα ή να τα εξαργυρώσω όλα αυτά. Ήταν μια προσωπική ανάγκη, την ικανοποίησα, δεν έδειξα τα φιλμ σε κανέναν, τα έβαλα σε μια αποθήκη και τα ξέχασα. Δεν πίστευα ότι είχα κάνει κάτι τρομερό, ήταν μια νεανική τρέλα.
Μετά το ‘90 έκανα άλλες δουλειές, έπειτα οικογένεια και τα χρόνια περνάνε πολύ γρήγορα με τέτοια ταπεινά σχέδια. Μαζί με τις φωτογραφίες, ξέχασα και την τότε ζωή μου. Ήταν μεγάλη εμπειρία εκείνα τα ταξίδια, ό,τι πιο σημαντικό είχα ζήσει, κι ίσως γι’ αυτό μπορεί να τρόμαξα και λιγάκι και να ήθελα να την ξεχάσω. Μέσω των άλλων ανθρώπων, έβλεπα κι εμένα τον ίδιο. Το 2014, βρήκα τη μηχανούλα σε ένα συρτάρι, θυμήθηκα πως κάτι είχα κάνει μ’ αυτή και βρήκα στην αποθήκη τα αρνητικά. Σκανάρισα μερικά και τα ανέβασα στο facebook. Στη συνέχεια, αναρτούσα καθημερινά μια φωτογραφία. Έκτοτε έχω ανεβάσει 600. Το αρχείο περιλαμβάνει 25.000 φωτογραφίες, 650 φιλμ.
Γκρατς, Αυστρία, 1986
Γκρατς, Αυστρία, 1986
Είχατε σκεφτεί πως, σχεδόν 30 χρόνια αργότερα, θα γινόταν η δουλειά σας τόσο επίκαιρη, δεδομένου ότι στις μέρες μας υψώνονται εκ νέου τείχη;
Η πλήρης κατάργηση των συνόρων είναι μια ουτοπία. Ζήσαμε μια ειρηνική περίοδο από την ενοποίηση της Γερμανίας και την επέκταση της Ε.Ε. και εξής. Αυτό δε σημαίνει ότι θα είμαστε για πάντα έτσι. Εμφανίζεται ένα κοινωνικό ζήτημα, όπως η μετανάστευση, και ξαφνικά οι χώρες σηκώνουν τείχη. Η ιστορία κάνει κύκλους. Βέβαια, η επικαιρότητα είναι διαφορετική. Ένιωσα την ανάγκη να εκδώσω αυτό το βιβλίο, γιατί πάντα αγαπούσα την Ευρώπη, ήταν η ζωή μου. Αισθανόμουν πρώτα Ευρωπαίος και μετά Έλληνας. Η Ευρώπη είναι η χώρα μου κι η Ελλάδα το χωριό μου. Τα τελευταία χρόνια βλέπω μια τρομακτική απαξίωση της ιδέας της Ευρώπης, μέσα από ιδεολογήματα του τύπου «οι κακοί ξένοι», «η κακιά Γερμανία» ή ότι δε φταίμε εμείς ποτέ για όσα έχουμε κάνει. Εγώ δεν το πιστεύω αυτό.
Στο φαντασιακό επίπεδο, πώς οραματίζεστε την Ευρώπη, ποια στοιχεία θα σας ενέπνεαν ως άνθρωπο;
Προσπαθώ να μην πιστεύω σε ουτοπίες, γιατί υπήρξαν ολέθριες. Δυο ουτοπίες «πληρώσαμε», αν κοιτάξουμε την ιστορία του 20ού αιώνα στην Ευρώπη: την κομμουνιστική και τη ναζιστική. Δεν έχω μια εικόνα του πώς θα ήταν η «σωστή» Ευρώπη. Οι άνθρωποι στη Βαρσοβία είναι εξίσου οικογένειά μου με εκείνους που θα δω βγαίνοντας στη Σταδίου.
Νιώθετε σήμερα την ανάγκη να ξανακάνετε κάποιες αντίστοιχες διαδρομές;
Την ειδική διάθεση που αισθανόμουν τότε- για να μην την αποκαλέσω μυστικιστική κρίση- δεν την έχεις κατά παραγγελία. Θα ήθελα, όμως, κάτι να κάνω. Από το 2014 ξανάρχισα να φωτογραφίζω. Εκείνη τη χρονιά τράβηξα 10.000 φωτογραφίες.
Το λεύκωμα του Κωνσταντίνου Πίττα Εικόνες μιας άλλης Ευρώπης διατίθεται στα βιβλιοπωλεία. Μπορείτε, επίσης, να το παραγγείλετε μέσω του προσωπικού site του φωτογράφου, http://www.cpittas.com/
Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν την ανάρτηση επιλέχτηκαν από τον Κωνσταντίνο Πίττα.

_______________
http://www.hitandrun.gr/konstantinos-pittas-me-ti-fotografia-vrika-noima-ston-kosmo-ke-ti-zoi-mou/

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Έκθεση φωτογραφίας ενός «ανεξάρτητου ταξιδευτή»

alexandros-tsoutis.jpg

Ο Αλέξανδρος Τσούτης Ο φωτογράφος Αλέξανδρος Τσούτης

Με την έκθεση φωτογραφίας του Αλέξανδρου Τσούτη, που έχει βραβευτεί από το National Geographic, ξεκινάει τη νέα χρονιά το Εργαστήρι Σκέψης και Τέχνης, που εγκαινιάζεται αύριο Σάββατο 16 Ιανουαρίου στις 7 το βράδυ.
Ο φωτογράφος θα μιλήσει μιλήσει με θέμα «Tο εγχειρίδιο του ανεξάρτητου ταξιδευτή» και θα ταξιδέψει τους παριστάμενους με προβολή εικόνων και σχολίων στη Μαδαγασκάρη.
Ο Αλέξανδρος Τσούτης είναι γραφίστας που εργάζεται ως creative director σε μεγάλη διαφημιστική εταιρεία. Ωστόσο, στον ελεύθερο χρόνο του ταξιδεύει πολύ και με πάθος φωτογραφίζει μακρινούς και «άγνωστους» στο ευρύ κοινό τόπους.
Μέσα από το έργο αποκαλύπτεται ένας άλλος κόσμος, γεμάτος μαγικές εικόνες.
«Burmese day»Η βραβευμένη από το National Geographic φωτογραφία «Burmese day» | 
Επίσης, το περιοδικό «National Geographic» τον έχει βραβεύσει για τη φωτογραφία του «Burmese day».
Στο Εργαστήρι Σκέψης και Τέχνης, Φερών 3. 
«Μέρη και τόποι» του Αλέξανδρου ΤσούτηΗ αφίσα της έκθεσης - κάντε κλικ στην εικόνα για να τη δείτε ολόκληρη | 
___________________